Home / Αξιοθέατα

Αξιοθέατα

Αξιοθέατα

Αξιοθέατα στη Θεσσαλονίκη

Τα αξιοθεατα στη Θεσσαλονικη και η μαγευτική αύρα της πόλης σας περιμένουν για να τα εξερευνήσετε. Τα μνημεία της είναι από τα σημαντικότερα στην Ελλάδα και χρονολογούνται ήδη από την αρχαία και βυζαντινή εποχή. Το ξενοδοχείο Egnatia και η προνομιακή θέση του στο κέντρο της Θεσσαλονίκης θα σας προσφέρουν εύκολη πρόσβαση σε όλους τους χώρους που επιθυμείτε να επισκεφτείτε.

thessaloniki greece -egnatia hotel

Θεσσαλονίκη

Η ιστορική φυσιογνωμία της Θεσσαλονίκης, που έχει την αρχή της σε μία αδιάσπαστη συνέχεια από τα ελληνιστικά χρόνια μέχρι σήμερα, είναι συνδεδεμένη κυρίως με τη βυζαντινή ζωή της.
Η περιτειχισμένη πόλη με τα μνημεία της εύλογα μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανοιχτό Βυζαντινό Μουσείο. Στο σύνολό τους τα μνημεία της πόλης, παλαιοχριστιανικά – βυζαντινά, μεταβυζαντινά και οθωμανικά είναι κηρυγμένα ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία. Δεκαπέντε (15) εκ των παλαιοχριστιανικών βυζαντινών εγγράφηκαν το 1988 στον κατάλογο μνημείων Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO [Twelfth Session, Brasilia, Brazil, 5 – 9 December 1988 http://whc.unesco.org/en/list/456 ].
Ισχυρός οχυρωματκός περίβολος, τραπεζιόσχημος σε κάτοψη, με εναλλασσόμενους τριγωνικούς προβόλους και τετράγωνους πύργους αλλά και προτείχισμα περιτρέχει την πόλη.

Θεσσαλονίκη, Μνημεία Unesco,Παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά Μνημεία

Κτίστηκε αρχικά στον τύπο του περίκεντρου κτηρίου, στον άξονα της πομπικής οδού που συνέδεε τη θριαμβική αψίδα του Γαλερίου με το ανακτορικό συγκρότημα. Για τη χρήση του ερίζουν διάφορες απόψεις, όπως ναός του Δία ή των Καβείρων, κτήριο με πιθανόν λατρευτικό και κοσμικό – διοικητικό χαρακτήρα που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του ανακτορικού συγκροτήματος ή μνημείο αφιερωμένο στη δόξα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Το μνημείο, διαμέτρου 24,50μ. καλύπτει θόλος από οπτόπλινθους, που φθάνει σε ύψος τα 29,80μ. Στον κυλινδρικό τοίχο, πάχους 6,30μ., εγγράφονται εσωτερικά οκτώ ορθογώνιες κόγχες, από τις οποίες η νότια αποτελούσε την κύρια είσοδο.

Η μετατροπή του κτηρίου σε χριστιανικό ναό, αφιερωμένο πιθανότατα στους Ασωμάτους ή Αρχαγγέλους έγινε στα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Τότε προστέθηκε περιμετρική στοά για την επικοινωνία της οποίας με τον αρχικό πυρήνα διανοίχθηκαν στο πάχος της τοιχοποιίας οι επτά από τις οκτώ κόγχες, διευρύνθηκε η ανατολική με την προσθήκη ιερού βήματος, διαμορφώθηκε νέα είσοδος με νάρθηκα στη δυτική κόγχη και προστέθηκαν πρόπυλο και δύο παρεκκλήσια στη νότια είσοδο. Τα λαμπρότερα όμως κατάλοιπα από την παλαιοχριστιανική φάση του μνημείου είναι τα εξαίρετης ποιότητας ψηφιδωτά που καλύπτουν τις καμάρες των κογχών και τα εσωράχια των παραθύρων, ενώ την αποκορύφωση του λαμπρού διακόσμου αποτελούν τα ψηφιδωτά του θόλου ιεραρχημένα σε τρεις ζώνες. Κατά τους σεισμούς των αρχών του 7ου αι. καταστράφηκε η αψίδα του ιερού, το υπερκείμενο τμήμα του θόλου και πιθανόν και η στοά. Η αψίδα, μετά την αποκατάστασή της, ενισχύθηκε εξωτερικά με δύο αντηρίδες και διακοσμήθηκε τον 9ο αι. με την τοιχογραφία της Αναλήψεως.

Η ιστορία της πόλης καταγράφεται πάνω στα τείχη, ενίοτε και στις επιγραφές που σώζονται σε διάφορα σημεία της οχύρωσης, μάρτυρες επάλληλων επισκευών και ανακατασκευών μέσα στην πορεία των αιώνων που ακολούθησαν. Λείψανα της ελληνιστικής και διαδοχικά της ρωμαϊκής οχύρωσης της πόλης ενσωματώθηκαν στα τέλη του 4ου αι. στον νέο οχυρωματικό περίβολο, τραπεζιόσχημο σε κάτοψη, με τον οποίο τειχίστηκε η Θεσσαλονίκη. Η συνολική περίμετρος των τειχών της πόλης ανέρχεται στα 8 χλμ. Στα πεδινά τμήματα ισχυροί τριγωνικοί πρόβολοι εναλλάσσονταν με ορθογώνιους πύργους ενώ το τείχος ενισχύθηκε και με προτείχισμα. Από την πλευρά της θάλασσας την πόλη προστάτευε χαμηλό θαλάσσιο τείχος.

Δυτικά τείχη

Τμήμα του παλαιοχριστιανικού τείχους και του προτειχίσματος διατηρείται στην Πλατεία Δημοκρατίας. Στο σημείο αυτό υψωνόταν μέχρι το 1874, οπότε και κατεδαφίστηκε, η κύρια είσοδος της πόλης, η Χρυσή Πύλη, από την οποία ξεκινούσε η βασική οδική αρτηρία της πόλης, ο ρωμαϊκός decumanus maximus και η μετέπειτα Λεωφόρος των βυζαντινών. Τμήμα του τείχους ανηφορίζει κατά μήκος της σημερινής οδού Ειρήνης, μέχρι τη συμβολή της με την οδό Αγίου Δημητρίου, στο ύψος του δεύτερου κυριότερου decumanus της πόλης. Εκεί ανοιγόταν η δεύτερη από δυτικά βασική πύλη, η Ληταία που οδηγούσε στην ύπαιθρο χώρα, στο Μυγδονικό λεκανοπέδιο και τη Λητή.

Βoρειοδυτικά Τείχη

Την βραχώδη γεωμορφολογία του εδάφους ακολουθούν τα τείχη που ανηφορίζουν προς την Ακρόπολη. Το ΒΔ τμήμα του τείχους αποτελεί προσθήκη στα χρόνια του Μανουήλ Β ́ Παλαιολόγου, όταν ο ίδιος διετέλεσε δεσπότης της Θεσσαλονίκης, μεταξύ των ετών 1369 – 1373.

Τείχη Ακροπόλεως – Πύργος Λαπαρδά – Πύλη Άννας Παλαιολογίνας – Πύργος Τριγωνίου – ή Άλύσεως

Το λεγόμενο διάμεσο τείχος που διαχώριζε την περιοχή της Ακρόπολης από την Άνω Πόλη εκτεινόταν δυτικά, απέναντι από τη Μονή Βλατάδων περίπου και έφθανε στα ανατολικά μέχρι τον Πύργο του Τριγωνίου. Η τοποθέτηση των πύργων στο διάμεσο τείχος προς το εσωτερικό της Ακρόπολης, το οποίο αποτελούσε αρχικά την εξωτερική όψη του τείχους της πόλης, επιβεβαιώνει τη μεταγενέστερη προσθήκη της Ακρόπολης στον αρχικό οχυρωματικό περίβολο. Οι επιγραφές που σώζονται στον ορθογώνιο πύργο, γνωστό ως Πύργο του Λαπαρδά, που στέκει απέναντι από τη Μονή Βλατάδων σχετίζονται με τις εκτεταμένες επεμβάσεις που έγιναν στην οχύρωση της Ακρόπολης τον 12ο αι.

Ακολουθώντας το διάμεσο τείχος στην πορεία προς τα ΒΑ ανοίγεται η Πύλη της Άννας Παλαιολογίνας (1355 – 1356), όπως μαρτυρεί η εγχάρακτη στο μαρμάρινο περιθύρωμα επιγραφή. Η πύλη αυτή οδηγούσε στην εκτός των τειχών περιοχή.

Το διάμεσο τείχος καταλήγει βορειονατολικά στον Πύργο της Αλύσεως ή ευρύτερα γνωστό ως Πύργο του Τριγωνίου. Πρόκειται για κυκλικό πύργο που κατασκευάστηκε τον 15ο αι. ενσωματώνοντας τον προγενέστερο τετράγωνο πύργο της βυζαντινής οχύρωσης, που προϋπήρχε στη θέση αυτή.

Ο πύργος του Τριγωνίου μαζί με το Φρούριο του Βαρδαρίου και τον Λευκό Πύργο εντάσσονται στο νέο σύστημα ενίσχυσης της οχύρωσης που εφάρμοσαν οι Οθωμανοί στην προσπάθειά τους να ανταποκριθούν στις αλλαγές της πολεμικής τεχνικής που επέφερε στο εξής η χρήση της πυρίτιδας.

Ανατολικά τείχη – Λευκός πύργος – Προτείχισμα

Τα τείχη άλλοτε θεμελιωμένα πάνω στον βραχώδη γήλοφο και άλλοτε πατώντας πάνω στα απομεινάρια της ρωμαϊκής οχύρωσης, κατηφορίζουν υψηλά και αγέρωχα μέχρι την οδό Αγίου Δημητρίου και εν συνεχεία ταπεινωμένα πλέον, μετά το 1889, προς τη θάλασσα. Δια μέσου της οδού Φιλικής Εταιρείας, όπου διατηρούνται ορατά τμήματα του προτειχίσματος και τριγωνικοί πρόβολοι του κυρίως τείχους, καταλήγουν στο Λευκό Πύργο, που υψώνεται στη συμβολή του θαλάσσιου με το χερσαίο τείχος. Ο πύργος στη μορφή που σώζεται σήμερα κτίστηκε στα τέλη του 15ου αι., στο πλαίσιο εκσυγχρονισμού των οχυρώσεων, στη θέση παλαιότερου βυζαντινού πύργου.

Από τις πύλες του ανατολικού σκέλους του περιβόλου γνωστές είναι οι θέσεις δύο κύριων πυλών, πάνω στους δύο βασικούς οδικούς άξονες της πόλης, της Νέας Χρυσής Πύλης σε αντιστοιχία με τη Ληταία και της Κασσανδρεωτικής (ή πύλη της Καλαμαρίας), σε αντιστοιχία με τη Χρυσή Πύλη.

Επταπύργιο

Το φρούριο του Επταπυργίου υψώνεται στο ψηλότερο σημείο της Ακρόπολης, στο ΒΑ άκρο των τειχών της πόλης. Παρουσιάζει ένα σύμπλεγμα διαφορετικών κατασκευαστικών φάσεων από την παλαιοχριστιανική – πρώιμη βυζαντινή περίοδο έως και τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, με οψιμότερη την προσθήκη νεώτερων κτιρίων και βοηθητικών χώρων κατά την μετατροπή του σε φυλακές το 19ο αι και τελική φάση στα τέλη της δεκαετίας του ’90, τις ήπιες επεμβάσεις και αναγκαίες μετατροπές για την στέγαση των γραφείων της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

Πάνω στις τοιχοποιίες του φρουριακού συγκροτήματος με τα ποικίλα κεραμοπλαστικά και τα ενσωματωμένα κατά τόπους μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη διαφόρων εποχών, ανιχνεύονται αντιστοίχως ισάριθμες κατασκευαστικές φάσεις και αποτυπώνονται οι πολυετείς περιπέτειες του κτηρίου, συνυφασμένες με την μακραίωνη και πολυτάραχη ιστορία της πόλης.

Στην Άνω πόλη στο αδιέξοδο της οδού Αγίας Σοφίας βρίσκεται ο μικρός ναός, άλλοτε καθολικό της μονής του Χριστού Σωτήρα του Λατόμου ή των Λατόμων, προσωνυμία που οφείλεται στην ύπαρξη λατομείων πέτρας στην περιοχή. Ο ναός κτίστηκε στα τέλη του 5ο αι. στον τύπο του εγγεγραμμένου σε τετράγωνο σταυρού με κόγχη στα ανατολικά. Σήμερα σώζεται το ανατολικό ήμισυ της αρχικής κάτοψης. Είναι ιδιαίτερα γνωστός για την ψηφιδωτή παράσταση με το όραμα του Προφήτη Ιεζεκιήλ στην κόγχη, ένα από τα σημαντικότερα ψηφιδωτά έργα της παλαιοχριστιανικής περιόδου.

Βασιλική Αγίου Δημητρίου

Επί της ομώνυμης οδού, βορείως της αρχαίας Αγοράς και του βυζαντινού Μεγαλοφόρου, πάνω στα ερείπια συγκροτήματος ρωμαϊκού λουτρού, όπου φυλακίστηκε και μαρτύρησε το 303 ο αξιωματούχος του ρωμαϊκού στρατού Δημήτριος κτίστηκε αρχικά μικρός ευκτήριος οίκος. Στα μέσα του 5ου αι. ο έπαρχος του Ιλλυρικού Λεόντιος ανήγειρε στην ίδια θέση μεγάλη βασιλική, η οποία κάηκε στο σεισμό του 620. Με τη συνδρομή του Επάρχου Λέοντα και του Επισκόπου της Θεσσαλονίκης αποκαταστάθηκε στην αρχική της μορφή η βασιλική στον τύπο της πεντάκλιτης ξυλόστεγης με εγκάρσιο κλίτος και υπερώα. Η σημερινή αναδομημένη μορφή του ναού – ο οποίος καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς στην πυρκαγιά του 1917 – είναι αποτέλεσμα εκτεταμένων εργασιών αναστήλωσης που άρχισαν το 1918 και ολοκληρώθηκαν το 1948.

Στη ΒΔ γωνία υπάρχει σήμερα ο τάφος του αγίου, σε θέση που πιστεύεται ότι υπήρχε ήδη από τα παλαιοχριστιανικά χρόνια. Ο ναός αφιερωμένος στον πολιούχο άγιο της Θεσσαλονίκης είναι προσκυνηματικός, γνωστός κυρίως και για τα ψηφιδωτά σύνολα που διασώθηκαν από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Πρόκειται για ένδεκα ψηφιδωτές συνθέσεις αναθηματικού χαρακτήρα του 5ου, 7ου και 9ου αι. που διατηρούνται στους δύο πεσσούς του ιερού βήματος και στο δυτικό τοίχο του κεντρικού κλίτους.

Κρύπτη
Κάτω από το εγκάρσιο κλίτος του ναού βρίσκεται η Κρύπτη, που στα υστεροβυζαντινά χρόνια ήταν το κέντρο της μυροβλυσίας του αγίου. Κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας ο υπόγειος αυτός χώρος καταχώθηκε και εγκαταλείφθηκε ενώ η μνήμη της ύπαρξής του φαίνεται ότι σβήστηκε στα κατοπινά χρόνια. Αφορμή για τον εντοπισμό της στάθηκε η καταστροφική πυρκαγιά του 1917. Από το 1985 λειτουργεί έκθεση, διαρθρωμένη σε επτά (Α – Ζ) αίθουσες και περιλαμβάνει κατεξοχήν γλυπτά παλαιοχριστιανικά και βυζαντινά που μαρτυρούν τις επάλληλες περιόδους της μακραίωνης ιστορίας της βασιλικής του Αγίου Δημητρίου, ενώ σε δύο προθήκες εκτίθενται νομίσματα και κεραμικά, προερχόμενα από την επίχωση που είχε καλύψει το εσωτερικό της Κρύπτης.

Παλαιοχριστιανικά και Βυζαντινά Μνημεία

Ο ναός κατάγραφος στο εσωτερικό του, τοιχογραφήθηκε το 1303 με δαπάνες του πρωτοστράτορα Μιχαήλ Γλαβά Ταρχανειώτη και της συζύγου του Μαρίας. Ο ζωγραφικός διάκοσμος, έργο προικισμένου καλλιτέχνη, αποπνέει την υψηλή αισθητική και τη δυναμική της παλαιολόγειας αναγέννησης.

Στο κέντρο της πόλης επί της οδού Αγίας Σοφίας, βρίσκεται ο Μεγάλος Ναός της Θεοτόκου. Κτίστηκε τον 5ο αι στον τύπο της τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικής με νάρθηκα και υπερώα, πάνω στα ερείπια συγκροτήματος ρωμαϊκών λουτρών. Μικρό κογχωτό κτίσμα, σε επαφή με τη νότια πλευρά εξυπηρετούσε λατρευτικές ανάγκες του ναού, ενώ μικρό παρεκκλήσι αφιερωμένο στην Αγία Ειρήνη προσκολλήθηκε στην ανατολική πλευρά κατά τη βυζαντινή περίοδο. Στο εσωτερικό του ναού ξεχωρίζουν τα αρχιτεκτονικά γλυπτά στις κιονοστοιχίες που διαχωρίζουν τα τρία κλίτη ενώ εξαιρετικής τέχνης είναι τα ψηφιδωτά που σώζονται στα εσωράχια των τόξων των κιονοστοιχιών, των υπερώων και του τριβήλου στο νάρθηκα.

Ο ναός αφιερωμένος στο Χριστό, τον αληθή Λόγο και τη Σοφία του Θεού κτίστηκε στα τέλη του 7ου αι. –αρχές του 8ου αι. στη θέση μεγάλης παλαιοχριστιανικής βασιλικής του 5ου αι. Αποτελεί τυπικό δείγμα μεταβατικού σταυροειδούς ναού με τρούλο και περίστωο, κατά μίμηση της Αγία Σοφίας Κωνσταντινούπολης. Ο ψηφιδωτός διάκοσμος στο εσωτερικό του ναού, έργο τριών φάσεων, μαρτυρεί το υψηλό πνευματικό και καλλιτεχνικό επίπεδο της πόλης σε διάφορες εποχές. Η διακόσμηση του ιερού συνιστά ένα από τα πιο σημαντικά και ακριβώς χρονολογημένα  σύνολα ζωγραφικής της Εικονομαχικής περιόδου (780 – 788). Στον τρούλο η Ανάληψη είναι κορυφαίο δείγμα της λεγόμενης Αναγέννησης των Μακεδόνων Αυτοκρατόρων στα τέλη του 9ου αι., ενώ στην κόγχη η ένθρονη Παναγία Βρεφοκρατούσα, έργο του 11ου – 12ου αι. κάλυψε τον μεγάλο σταυρό της εικονομαχικής περιόδου.

Νοτίως της αρχαίας αγοράς, στη ΝΑ γωνία του βυζαντινού Μεγαλοφόρου, στη γειτονιά των χαλκωματάδων, από όπου και έλκει την ονομασία του, βρίσκεται ο ναός της Παναγίας. Είναι ακριβώς χρονολογημένο μνημείο με επιγραφή στο μαρμάρινο υπέρθυρο της δυτικής εισόδου: κτίστηκε το 1028 από τον Χριστόφορο Πρωτοσπαθάριο και κατεπάνω Λογουβαρδίας, τη σύζυγό του Μαρία και τα παιδιά του Νικηφόρο, Άννα και Κατακαλή, ως ταφικό παρεκκλήσι. Ο τάφος του κτήτορα βρίσκεται σε αρκοσόλιο που ανοίγεται στο πάχος του βόρειου τοίχου του ναού. Ανήκει στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο ναού. Οι ραδινές αναλογίες του μνημείου και η ολόπλινθη τοιχοδομία του, την οποία διαρθρώνουν τυφλά αψιδώματα, κόγχες και ημικίονες παραπέμπουν σε κωνσταντινοπολίτικη επίδραση. Δεύτερη γραπτή επιγραφή επιβεβαιώνει την τοιχογράφησή του συγχρόνως με την ίδρυσή του.

Στις παρυφές της Άνω πόλης, επί της οδού Θεοτοκοπούλου βρίσκεται το μοναδικό δημόσιο βυζαντινό λουτρό που σώζεται σήμερα στη Θεσσαλονίκη. Πρόκειται για κτίσμα ορθογωνικής κάτοψης, μικρών διαστάσεων, που χρονολογείται πιθανότατα στον 13ο αι. και διατηρεί όλους τους αναγκαίους για ένα λουτρό χώρους: προθάλαμο, χλιαρό και θερμό χώρο και δεξαμενή.

Στη συμβολή των οδών Αρριανού και Ιασωνίδου, σε μικρή απόσταση από την αψίδα του Γαλερίου και τη Ροτόντα, βρίσκεται ο βυζαντινός ναός του Αγίου Παντελεήμονα. Ο ναός, η επωνυμία του οποίου είναι πολύ νεώτερη, ταυτίζεται με το καθολικό της μονής της Θεοτόκου Περιβλέπτου, γνωστή και ως μονή του κυρ Ισαάκ, από τον ιδρυτή της μητροπολίτη Ιάκωβο (1295 – 1314). Ανήκει στον τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με τρούλο και περίστωο, το οποίο καταλήγει στα ανατολικά σε δύο παρεκκλήσια. Από τον αρχικό τοιχογραφικό διάκοσμο διατηρούνται ελάχιστα δείγματα στην πρόθεση και το διακονικό.

Στην αρχή της οδού Ολύμπου και πολύ κοντά στα δυτικά τείχη βρίσκεται ο ναός των Αγίων Αποστόλων, καθολικό άλλοτε μονής αφιερωμένης στην Παναγία, με κτήτορα τον Πατριάρχη Νίφωνα (1310 – 1314) και το μαθητή του ηγούμενο Παύλο. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με περίστωο. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάρθρωση των εξωτερικών όψεων του μνημείου με κορύφωση τα κεραμοπλαστικά που κοσμούν την ανατολική πλευρά. Στο εσωτερικό σώζει εξαιρετικό ψηφιδωτό διάκοσμο, χαρακτηριστικό της τελευταίας περιόδου της παλαιολόγειας τέχνης.

Στην Άνω πόλη, μεταξύ των οδών Ηροδότου και Αποστόλου Παύλου και πολύ κοντά στα ανατολικά τείχη εντός περίκλειστης αυλής βρίσκεται ο ναός του Αγίου Νικολάου του Ορφανού ή των Ορφανών, καθολικό και αυτός βυζαντινής μονής. Ανήκει στον τύπο του μονόχωρου ναού με περίστωο που απολήγει στα ανατολικά σε δύο παρεκκλήσια. Ο αριστουργηματικός τοιχογραφικός του διάκοσμος είναι ένα από τα πληρέστερα διατηρούμενα ζωγραφικά σύνολα στη Θεσσαλονίκη και αντιπροσωπευτικό δείγμα της παλαιολόγειας τέχνης. Από το μοναστηριακό συγκρότημα πλην του καθολικού σώζονται ερείπια του πυλώνα της μονής επί της οδού Ηροδότου.

Πάνω από την οδό Ολυμπιάδος, στις παρυφές της Άνω πόλης, στη συμβολή των οδών Τσαμαδού και Οιδίποδα και κοντά στα ΒΔ τείχη βρίσκεται ο ναός της Αγίας Αικατερίνης, καθολικό άλλοτε βυζαντινής μονής. Χρονολογείται στα τέλη του 13ου – αρχές 14ου αι. Ανήκει στον τύπο του σύνθετου τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με περίστωο και παρεκκλήσια στα ανατολικά. Οι κομψές του αναλογίες και η διάρθρωση των όψεων με βαθμιδωτά αψιδώματα και τόξα, πλίνθινους ημικίονες και κεραμοπλαστικά κοσμήματα καθιστούν το μνημείο εξαίρετο δείγμα της παλαιολόγειας αρχιτεκτονικής. Ο τοιχογραφικός του διάκοσμος αν και διατηρείται πολύ αποσπασματικά, ακολουθεί τη ζωγραφική παράδοση των αρχών της παλαιολόγειας αναγέννησης.

Στη συμβολή των οδών Εγνατίας και Παλαιών Πατρών Γερμανού βρίσκεται το ναΐδριο του Σωτήρος. Κτίστηκε μετά το 1340 πιθανότατα ως ταφικό παρεκκλήσι βυζαντινού μοναστηριού και αρχικά ήταν αφιερωμένο στην Παναγία. Ανήκει στον τύπο του τετράκογχου εγγεγραμμένου σε τετράγωνη κάτοψη ναού. Η δυτική κόγχη κατεδαφίστηκε το 1936 για την προσθήκη νάρθηκα. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος στο εσωτερικό του χρονολογείται την περίοδο 1350 – 1370 και εντάσσεται στην παλαιολόγεια παράδοση.

Έξω ακριβώς από τα τείχη της Ακρόπολης, επί της οδού Ακροπόλεως βρίσκεται η Πατριαρχική και σταυροπηγιακή Μονή Βλατάδων, το μοναδικό βυζαντινό μοναστήρι της πόλης που λειτουργεί μέχρι σήμερα. Ιδρύθηκε μεταξύ των ετών 1351 – 1371 από το μαθητή του Γρηγορίου Παλαμά, μοναχό Δωρόθεο Βλατή, και μετέπειτα μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Από το αρχικό συγκρότημα σώζεται μόνον το καθολικό στον τύπο του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με περίστωο που απολήγει σε παρεκκλήσια. Ο τοιχογραφικός διάκοσμος στο εσωτερικό τοποθετείται μεταξύ των ετών 1360 – 1380. Ο ναός ήταν αρχικά αφιερωμένος στο Χριστό Παντοκράτορα ενώ σήμερα τιμάται στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος.

Επί της οδού Ολυμπιάδος, στη συμβολή της με την οδό Προφήτη Ηλία, πάνω σε ένα φυσικό βραχώδες έξαρμα δεσπόζει ο ναός του Προφήτη Ηλία. Μοναδικός στη πόλη της Θεσσαλονίκης για τον αρχιτεκτονικό του τύπο: τρίκογχος τετρακιόνιος σταυροειδής εγγεγραμμένος με λιτή και περίστωο που απολήγει στα ανατολικά σε παρεκκλήσια, ήταν αφιερωμένος στο Χριστό και ταυτίζεται με το καθολικό της μονής Ακαπνίου. Από τον εικονογραφικό διάκοσμο σώζεται μόνον στη λιτή η παράσταση της Βρεφοκτονίας, αντιπροσωπευτική για την τελευταία φάση της παλαιολόγειας τέχνης.

αξιοθεατα στη θεσσαλονικη -egnatia hotel

Αρχαία Αγορά

Η αρχαία αγορά της Θεσσαλονίκης περιελάμβανε έκταση περίπου 20 στρεμμάτων και περικλείεται από τις σημερινές οδούς Ολύμπου και Φιλίππου. Κατείχε το κέντρο της ρωμαϊκής πόλης.

Εκεί βρίσκονταν δημόσια κτήρια και διάφοροι χώροι που διαμορφώθηκαν με ενιαία αρχιτεκτονική αντίληψη σε δύο κλιμακωτά επίπεδα. Το συγκρότημα αποτελούσε τον οικονομικό και εμπορικό πυρήνα της πόλης, είχε, ωστόσο, διοικητικό και ψυχαγωγικό χαρακτήρα. Στα αυτοκρατορικά χρόνια αποκτά μνημειακό χαρακτήρα.

Από τα κτήρια της αγοράς έχει αναστηλωθεί και δοθεί η κρυπτή στοά σε χρήση για εκθέσεις, συνέδρια και συναυλίες από το 1966. Επίσης, έχει αναστηλωθεί το ωδείο (χωρητικότητας 350 ατόμων) και έχει δοθεί σε χρήση από το 1997.

Λευκός Πύργος

Ο Λευκός Πύργος, το μνημείο-σύμβολο της Θεσσαλονίκης, που σήμερα υψώνεται μοναχικός στην παραλία της πόλης, στο παρελθόν αποτελούσε το νοτιοανατολικό πύργο της οχύρωσής της.

Ο πύργος είναι κυλινδρικός με ύψος 33,90 μ. και διάμετρο 22,70 μ. Έχει ισόγειο και έξι ορόφους, που επικοινωνούν με εσωτερικό κλιμακοστάσιο μήκους 120 μ., το οποίο ελίσσεται κοχλιωτά σε επαφή με τον εξωτερικό τοίχο, αφήνοντας στο κέντρο έναν κυκλικό πυρήνα διαμέτρου 8,50 μ.

Έτσι, σε κάθε όροφο σχηματίζεται μια κεντρική κυκλική αίθουσα, με την οποία επικοινωνούν μικρότερα τετράπλευρα δωμάτια, ανοιγμένα στο πάχος του εξωτερικού τοίχου. Ο τελευταίος όροφος έχει μόνο την κεντρική αίθουσα και έξω από αυτήν δημιουργείται δώμα, που προσφέρει εξαιρετική θέα του γύρω τοπίου της πόλης και της θάλασσας.

Όπως δείχνουν οι ιστορικές μαρτυρίες, αλλά και η εσωτερική διαρρύθμιση των χώρων, ο πύργος δεν είχε μόνο αμυντική χρήση, αλλά ήταν και στρατιωτικό κατάλυμα. Μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα ο πύργος περιβαλλόταν από χαμηλό οκταγωνικό περίβολο, ενισχυμένο με οκταγωνικούς πυργίσκους στις τρεις γωνίες του.

Στο εσωτερικό του υπήρχαν ένα δερβισικό ησυχαστήριο, πυριτιδαποθήκες και δεξαμενή νερού, ενώ επάνω στην είσοδό του σωζόταν τουρκική επιγραφή που ανέφερε ότι ο πύργος του Λέοντος έγινε το 1535-1536, χρονολογία που πιθανώς αναφέρεται στην κατασκευή του περιβόλου.

αξιοθεατα στη θεσσαλονικη -egnatia hotel

Αψίδα του Γαλέριου

Το γνωστότερο μνημείο της Θεσσαλονίκης μαζί με το Λευκό Πύργο και ένα από τα χαρακτηριστικότερα της ύστερης αρχαιότητας, όταν η Θεσσαλονίκη έγινε η πρωτεύουσα του καίσαρα Γαλέριου, είναι η αψίδα ή το θριαμβικό τόξο του Γαλερίου, η λεγόμενη σήμερα Καμάρα.

Πρόκειται στην αρχική του μορφή για ένα οκτάπυλο με 4 κεντρικούς ογκώδεις πεσσούς, 4 δευτερεύοντες στα πλάγια, ισάριθμα τόξα και χαμηλό σφαιροειδή θόλο. Σήμερα σώζονται δύο κύριοι πεσσοί και ένας δευτερεύων, που συνδέονται με πλίνθινο τόξο. Από τις αφηγήσεις των γεγονότων στις ανάγλυφες πλάκες συμπεραίνεται ότι η αψίδα χτίστηκε το 305 μ.Χ. ύστερα από την οριστική νίκη του αυτοκράτορα Γαλέριου κατά των Περσών. Η τέχνη των ανάγλυφων της Καμάρας είναι αφηγηματική και συγχρόνως διακοσμητική. Το κυριότερο χαρακτηριστικό είναι το πλήθος των παραστάσεων και των μορφών.

Για τη διακοσμητική επιδίωξη συχνά παραβλέπονται οι φυσικές αναλογίες (ελέφαντες έχουν το ίδιο ύψος με τα άλογα ή τα άλογα να είναι μικρότερα από τους ανθρώπους). Γενικά η τέχνη των ανάγλυφων αποβλέπει περισσότερο στις οπτικές αξίες παρά στις πλαστικές.

Ωστόσο τα ανάγλυφα της Καμάρας αποπνέουν ακόμη μια ελληνιστική χάρη. Οι τεχνίτες των ανάγλυφων πρέπει να ήταν Έλληνες. Τούτο φαίνεται και από τις ελληνικές επιγραφές, που είναι χαραγμένες ανάμεσα σε παραστάσεις των ανάγλυφων: Ποταμός Τίγρις, Οικουμένη κλπ. Στις 14 ζώνες του βόρειου πεσσού εικονίζονται μάχες και η πορεία του Γαλέριου με το στρατό του προς τη χώρα των Περσών.

Αντίθετα οι 14 ζώνες του νότιου πεσσού προπαγανδίζουν τη στρατιωτική δύναμη του Γαλέριου και την πολιτική ισχύ και ενότητα της Τετραρχίας, ως ένα σύστημα που μπορεί να διοικήσει τον κόσμο.

Αρχαιολογικό Μουσείο

Θαυμάστε τα γλυπτά και τα αγάλματα της περιοχής της Θεσσαλονίκης από την αρχαϊκή, κλασσική και ρωμαϊκή εποχή. Σε ειδική πτέρυγα του μουσείου στεγάζονται και οι θησαυροί που βρέθηκαν στη Βεργίνα το 1978 και στο Δερβένι το 1984.

αξιοθεατα στη θεσσαλονικη -egnatia hotel

Βυζαντινό Μουσείο

Το Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού ιδρύθηκε με σκοπό να αποτελέσει κέντρο διαφύλαξης, έρευνας και μελέτης των στοιχείων του βυζαντινού πολιτισμού που διασώζονται στο μακεδονικό χώρο και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που αποτελούσε το πιο σημαντικό κέντρο μετά την Κωνσταντινούπολη στο ευρωπαϊκό τμήμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Αξίζει να ανακαλύψετε τις συλλογές γλυπτών, νωπογραφιών, μωσαϊκών, εικόνων και επιγραφών από την εποχή του Βυζαντίου.

Μουσείο Κινηματογράφου

Το Μουσείο Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ξεκίνησε όταν η πόλη της Θεσσαλονίκης, το 1997, ήταν “Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης”. Η πρωτοβουλία αυτή συνέπεσε με τον παγκόσμιο εορτασμό των 100 χρόνων Κινηματογράφου. Το Μουσείο Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που λειτουργεί υπό την εποπτεία του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας, είναι αυτοτελές τμήμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Σκοπός του είναι η συγκέντρωση, διάσωση και μουσειολογική προβολή των στοιχείων της κινηματογραφικής ζωής της Ελλάδας. (Λιμάνι – Aποθήκη A’, Θεσσαλονίκη)

αξιοθεατα στη θεσσαλονικη -egnatia hotel

Μουσείο Φωτογραφίας

Στις σημαντικές δραστηριότητες του Μουσείου Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης συγκαταλέγονται η διοργάνωση εκθέσεων (50 ετησίως στο ΜΦΘ και σε άλλους χώρους) με σκοπό την προβολή της ελληνικής αλλά και της διεθνούς φωτογραφίας όπως και την παρουσίαση των διαφορετικών χρήσεων και προσεγγίσεων της.

Οι εκθέσεις χωρίζονται σε εκθεσιακούς κύκλους: ”Ματιές στην Πόλη”, ”Μεγάλοι Δημιουργοί”, ”Έλληνες της Διασποράς”, ”Τα τέσσερα στοιχεία της φύσης και ο άνθρωπος” κ.ά.

Το Μουσείο κάθε δύο χρόνια διοργανώνει το Διεθνές Φωτογραφικό Φεστιβάλ Φωτογραφίας Photobiennale, το οποίο αποτελεί μετεξέλιξη της εικοσαετούς Φωτογραφικής Συγκυρίας, παρουσιάζοντας περισσότερες από 25 εκθέσεις σε 30 χώρους σε ολόκληρη την πόλη της Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή καλλιτεχνών από την Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως και διοργανώνοντας τους τομείς των portfolio reviews με τη συμμετοχή 20 ειδικών της φωτογραφίας από όλο τον κόσμο, των βραβείων (βραβείο Cedefop/ Moυσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, βραβείο Pilsner Urquell), masterclasses, ημερίδες, workshops και παράλληλα γεγονότα.

(Αποθήκη Α’ , Λιμάνι Θεσσαλονίκης)